Ιερό Εικονοστάσι του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου

Εορτασμός του Αγ. Ιούδα του Θαδδαίου

19 Ιουνίου

 

Πλήθος πιστών παρευρέθηκε στον εορτασμό του Ιερού Εικονοστασίου του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου, πού βρίσκεται μπροστά στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού.

Την παραμονή της εορτής το απόγευμα έγινε η υποδοχή τεμαχίου Ιερού Λειψάνου του Αγίου και στην συνέχεια εψάλλει ο Πανηγυρικός Εσπερινός με την παρουσία πλήθους πιστών. Το πρωί της κυριωνύμου ημέρας εψάλλει ο Όρθρος και η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία, ενώ η κοσμοσυρροή ήταν μεγάλη. Ο εφημέριός μας σε όλες τις ακολουθίες της εορτής στους λόγους του μίλησε για τον βίο του Αγίου αλλά και για την αιτία που τοποθετήθηκε το Εικονοστάσι του Αγίου κατόπιν Θείας Οικονομίας. Κατά την διάρκεια της ημέρας δεν σταμάτησαν να έρχονται οι πιστοί ώστε να προσκυνήσουν την Εικόνα και το Ιερό Λείψανο του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου .Το απόγευμα της ίδιας ημέρας εψάλλει ο μεθεόρτιος εσπερινός και η παράκληση του Αγίου, ενώ μέχρι αργά το βράδυ συνεχιζόταν η συρροή του κόσμου για να προσκυνήσουν την Χάρη του Αγίου Αποστόλου και να ζητήσουν την μεσιτεία Του.

αγ ιουδ
Εικονοστάσιο Αγίου Ιούδα Θαδδαίου

 

 

13555811_10209513516890618_1937698856_o
Εικονοστάσιο Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
IMG_0751
Εικόνες απο την εορτή του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
P6180138
Εικόνες απο την εορτή του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
IMG_0741
Εικόνες απο την εορτή του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
13523891_10209511968531910_28789836_o
Το Ιερό Λείψανο του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
13524092_10209511955091574_645934614_o
Εικόνες απο την εορτή του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
13555655_10209513490249952_130806169_o
Εικόνες απο την εορτή του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου
IMG_0689
Εικόνες απο την εορτή του Αγίου Ιούδα Θαδδαίου

 

Soccer Competition

Lorem ipsum dolor sit amet, qui augue mediocrem ei, mel te oportere percipitur. Usu viris ludus ea, an duo sumo summo. Dissentias constituam appellantur in qui. Simul fabulas offendit et his, mei at harum omnes.

Ut pro putant convenire. Ridens epicurei suavitate qui ex, eos an cetero mediocrem referrentur. In est alii iuvaret, assum oportere concludaturque sit id, an nec appetere luptatum menandri. Te vel purto saepe, similique conceptam vis id.

At mea verterem iudicabit, eu causae aperiam honestatis eum. Id eos vero blandit lobortis. Periculis neglegentur theophrastus vix ea. Nulla persius definitiones pri an, meliore scaevola sed ei. Eu pro sumo iisque concludaturque.

Pri at solum complectitur, et numquam recteque convenire duo. Rebum dicit offendit qui an, te affert omnesque quaestio pro. Vim ut partem graeci, te probo possit pertinacia sea. Eu offendit invenire pro, sea facer utinam te.

Sea noluisse pericula definiebas ei. Discere facilis referrentur ea mei, nec docendi consequuntur eu. Minimum dolores invidunt vim eu. Epicuri iracundia quo ex, pri ne convenire constituam vituperatoribus, an mea omnium meliore. Ex movet torquatos vix, an sit integre fabellas. Et habemus quaestio pri.

Ea his semper praesent, quod idque pro ea, id duo assum tantas accusamus. Ei solum nominavi omittantur est. His dicat voluptua at. An clita dignissim per, quo audire facilisis ut, corpora fastidii lobortis ne eum. Quis iudicabit ne usu, an vim bonorum vulputate, mei ea ponderum assentior.

In sit verear malorum numquam. Per modus reprimique ei, ad duo wisi dicam. Ornatus torquatos nam ea, quo novum deleniti scriptorem ad. Nullam tacimates ut mei, an quis facete pri, an nostro facilisi nec. Nec tollit sanctus dissentiunt et, eros admodum ne sed. At noster sanctus vim, nobis scaevola quo in.

Doctus similique sit ut, ius erant voluptua in. Nec alia vulputate ad, possit erroribus ea eos. Ad commodo eruditi euripidis vel, ea wisi velit interpretaris mea, sea ea erat percipit ullamcorper. Erat graecis mei ad, cum facer qualisque hendrerit an.

Cu mea cetero voluptua, cum putant similique complectitur ex, summo quando nostrud duo id. Ad ullum laoreet conclusionemque cum, nec ne sale mediocrem. Ut est audire volumus molestiae. Ex vel sonet quodsi urbanitas, per ad graeco honestatis scriptorem. Duo ei choro accumsan scribentur, no cibo errem pericula sea.

Eu vel agam delectus ponderum, in fabulas splendide sit, congue graeci voluptatum eu duo. Nam illud inermis feugait in, vix minim dolor veritus ne. Ut eum cetero cotidieque necessitatibus. In pro dicta erant vitae.

No vis error luptatum similique, ad eos omittam deleniti. Ad vide cibo commune vis, tota cotidieque adversarium vel ei. No congue inciderint dissentiet sed, an aliquid adversarium duo. Pri ut mucius electram. Ex est aliquip denique incorrupte, modo ubique deseruisse ea sea.

No aeque oblique corpora vis, te solet adolescens voluptatum mel. Tempor graeco voluptatum an eum, id possim numquam ius. Graece impetus neglegentur nam at, ex numquam detracto sed. Utamur saperet ne sit, ad duo fugit exerci saperet.

Ignota atomorum per no. Cu discere percipit constituam sit, nullam possit laboramus vix ut, no nihil quidam epicuri sed. Eu wisi graeco mea, mei ei graeci instructior necessitatibus. Ea albucius antiopam vim. Vis vide nihil repudiare at, nam agam unum choro id. Ius ex dicta singulis atomorum.

Mea in tantas vivendum dignissim, aeterno gloriatur posidonium vel ea. Exerci nonumes eligendi an pro, et dicunt fastidii similique pri, mucius eirmod usu ei. Ridens nominavi moderatius eu est, dicta graeci neglegentur quo cu. Alterum lobortis te usu, graeco tractatos moderatius ea eum. Quem nonumy dicunt no eos. Sed ea mazim quodsi mollis. Malorum patrioque at vix.

Vel te augue animal. Affert principes ad nec, usu an ipsum hendrerit deterruisset. Cu sed enim inimicus. Vel ut dolor minimum percipit, et ius adhuc facer euripidis. Quo cu suas velit, mei detracto honestatis ullamcorper et, numquam persecuti expetendis cum no.

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΔΕΡΕΑ

 

Πάνε πολλά χρόνια, τότε που η Αθήνα φωτιζότανε η μισή με γκάζι και η άλλη μισή με ηλεκτρικό ρεύμα. Τα σπίτια, το 80% ήταν μικρά και κεραμοσκεπή. Το θέαμα από το Λυκαβηττό ήταν φοβερά ωραίο. Ένα απέραντο κεραμιδί χρώμα και στη μέση πάνλευκη η Ακρόπολη με τον Παρθενώνα. Και πίσω η γαλάζια θάλασσα, δημιουργούσε το πλαίσιο του θαυμαστού τοπίου. Η αρμονία των χρωμάτων, η ιστορία, το είμαι και υπάρχω, η μουσική της ζωής. Όλα αυτά και όταν κάθεσαι στα σκαλιά του Αγίου Σιδερά γίνονται θαύμα. Και η ανάσα της ανοιξιάτικης φύσης σου γεμίζουνε τη ζωή.

Επιτάφιος στον Άγιο Σιδερέα. Ω! τι ομορφιά, τι αλήθεια, τι συγκίνηση ««ΗΗ  ΖΖΩΩΗΗ  ΕΕΝΝ  ΤΤΑΑ-ΦΦΩΩ»»..Τα παιδιά της γειτονιάς, μια και δεν είχανε σχολείο, από το πρωί ξεχύνονταν στο Λυκαβηττό, ομάδες – ομάδες, για να μαζεύουν λουλούδια. Τι λουλούδια; Μαργαρίτες, άσπρες-κίτρινες, παπαρούνες, μαβάκια, ροδούλες, κρινάκια, χαμομήλια, λαγουδάκια, ζαφορές. Κι από τα βράχια αγριοπασχαλιές και φασκομηλιές. Και τι δεν είχε!

Ομάδες-ομάδες τα παιδιά ξεχύνονταν και προσπαθούσαν να συναγωνιστεί η μια ομάδα την άλλη, ποια θα μαζέψει τα καλύτερα. Όλα αυτά τα μαζεύανε σε μικρά μπουκετάκια το καθένα ξεχωριστά σε χρώμα και είδος.

Παιδιά της εποχής εκείνης  
στο Λυκαβηττό που 
συμμετέχουν στο μάζεμα
των λουλουδιών

 

Κάθε ομάδα είχε μια λεκάνη ή μικρή σκάφη με νερό στο προαύλιο της εκκλησίας και τοποθετούσαν τα μπουκετάκια μέσα για να διατηρηθούνε. Μόνο τις παπαρούνες τσουρουφλίζανε τα κοτσάνια τους με ένα αναμμένο κεράκι από τον άγιο για να μην μαδάνε.

Το προαύλιο γέμιζε από αγριολούλουδα. Γιατί; Γιατί ο επιτάφιος στολιζότανε από τις κοπέλες όλος με αγριολούλουδα. Όταν τα παιδιά μαζεύανε τα λουλούδια, έβρισκαν χελώνες και σκαντζόχοιρους? που σκαντζόχοιροι δεν υπάρχουν σήμερα. Τα μετέφεραν στην αυλή της εκκλησίας και παίζανε μαζί τους.

 

Ήτανε δικός τους, ήτανε ο επιτάφιος του Αγίου Σιδερέα. Όλος με αγριολούλουδα. Ήτανε ο καλύτερος. Όταν τα κορίτσια τελείωναν το στόλισμα, όλοι ανεβαίνανε να καμαρώσουνε το έργο τους. Όλη η γειτονιά συμμετείχε. Γιατί ήτανε δικό τους το εκκλησάκι. Η στέγη με δοκάρια ξύλινα και ο φωτισμός με καντήλια και κεριά. Η μεγάλη στιγμή ήτανε της περιφοράς. Ξεκινούσε ο επιτάφιος με πλήθος κόσμου με κεριά και φαναράκια και τον κρατούσανε στα χέρια, πότε οι επίτροποι, πότε οι πρόσκοποι και πότε άλλοι. Ο ιερέας, οι ψάλτες, οι πρόσκοποι με τύμπανα και ο κόσμος όλος. Οι πόρτες του Λυκαβηττού, λόγω της ημέρας ήτανε ανοιχτές. Γιατί ο Λυκαβηττός ήτανε περιφραγμένος με συρματόπλεγμα και είχε πόρτες σε διάφορα σημεία, που άνοιγαν με την ανατολή του ηλίου και κλείνανε με τη δύση. Είχε φύλακες γι’ αυτή τη δουλεία. Αλλά αυτά θα τα διηγηθούμε μια άλλη φορά.

 

Ο Επιτάφιος, με αυτή τη σύνθεση, ξεκινούσε ψάλλοντας η χορωδία τη ΖΖωωήή  εενν  ΤΤάά-φφωω.. Ένας φωτεινός κατέβαινε μέσα στο δάσος και προσχωρούσε σιγά- σιγά. Τα τύμπανα των προσκόπων κτυπούσανε με εκείνο τον πένθιμο ρυθμό. Ακολουθούσανε οι άνθρωποι με τα φαναράκια και τα κεριά. Το θέαμα από χαμηλά ήτανε μαγευτικό. Και σιγά- σιγά φθάνει η πομπή στην πόρτα για να μπει στην οδό Σαρανταπήχου. Εκεί γίνεται στάση και ο ιερέας με τους ψάλτες ψάλλουν τη ΖΖωωήή  εενν  ΤΤάάφφωω και κάνουνε αγιασμό. Εκεί οι γυναίκες θα φέρουνε γαρύφαλλα, από αυτά κρεμόντουσαν τότε στα μπαλκόνια και μοσχοβολούσανε. Και ήταν τα μόνα που δεν ήσαν αγριολούλουδα του βουνού. Ξεκινούσε η πομπή από την Σαρανταπήχου, αυτό το χωμάτινο δρόμο τότε. Λίγοι ξέρανε πως ο Σαραντάπηχος ήταν πρίγκιπας, αδελφός της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας του Βυζαντίου. Ήταν τοποτηρητής. Όλος ο δρόμος, σε όλα τα σπίτια, στα μπαλκόνια και στα παράθυρα, γεμάτα κεριά και φαναράκια και ο κόσμος έραινε τον επιτάφιο με λουλούδια και θυμιάματα. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα σπίτια. Του Κυδωνιάτη, του Στυλιανίδη, των Ροντόλφων, των Χατζηγιάννηδων, των Σκανδαλίλιδων και άλλων πολλών οικογενειών.

 

Και φθάνουμε στη Δοξαπατρή. Αλλά όχι Δόξα- πατρί, αλλά Δοξαπατρή. Βυζαντινός στρατηγός και αυτός. Ο δρόμος όλος λάμπει, μέχρι λάμπες στα παράθυρα. Πρώτο σπίτι των Σκανδαλίλιδων. Πανέμορφο σπίτι του ζωγράφου Γεραλή, που είχε και σχολή ζωγραφικής. Έλαμπαν όλα. Το σπίτι των Καλογρίδιδων, του Βαλινδρά, του Κουρκουτσάκη, του Οικονόμου, του Φίσσα. Και φθάναμε στο σπίτι των Μητσέηδων και των Περιστέρηδων και απέναντί τους του Βάλβη και άλλα πολλά. Κατεβαίναμε κατόπιν από τη Φωτίου Πατριάρχου στην οδό Δαφνομήλη, όπου και το κατάστημα του Ζαχαριά. Είχε γκάζι και είχε ανάψει όλα τα φώτα στο σπίτι και στο μαγαζί, στο σπίτι του γιατρού Αλιγιγάκη έλαμπε. Παραπέρα το σπίτι του γλύπτη Χαλεπά, για να φθάσουμε στη στροφή να περάσουμε το σπίτι των Γρυλωνάκηδων, να ανεβούμε τη Ρωμανού Μελωδού και την Αποκαύκων για να ξανασυναντήσουμε την Σαρανταπήχου. Η είναι πάντα πιο δύσκολη, αλλά ο επιτάφιος είναι το αποκορύφωμα της βραδιάς. Και τώρα να διηγηθούμε ένα γεγονός που μόνο ένας παπάς το έκανε και ελάχιστοι το θυμούνται απ’ αυτούς που υπήρχαν. Λίγα μέτρα προτού φθάσουμε στη σκάλα για την άνοδο προς το εκκλησάκι, υπάρχει αριστερά ένα δρομάκι. Εκεί σταματούσε ο επιτάφιος. Αφού υμνούσε την Ταφή ο ιερέας, έπαιρνε από τον επιτάφιο το σώμα του Χριστού και με δύο προσκόπους και δύο κοπέλες με μύρα πήγαιναν στην λαξευμένη εσοχή μιας σπηλιάς που είναι στο βράχο. Είχανε τοποθετήσει εκεί ένα σεντόνι. Πάνω στο σεντόνι ακουμπούσε ο ιερέας το σώμα του Χριστού. Έριχναν οι κοπέλες και μετά οι πρόσκοποι τραβούσανε μια πέτρα και στέκονταν προσοχή και φύλαγαν το τάφο μέχρι που κι ο τελευταίος ήθελε να προσκυνήσει. Ο επιτάφιος συνέχιζε κατόπιν προς το εκκλησάκι και σταματούσε μπροστά στην πόρτα. Τον σηκώνανε ψηλά και όλοι περνούσανε από κάτω για να συνεχιστεί η λειτουργία. Την άλλη μέρα, Σάββατο πρωί, πριν αρχίσει η λειτουργία, ο παπάς με δύο κοπέλες πήγαιναν στον λαξευμένο βράχο, τραβούσανε την πλάκα, έπαιρναν το σώμα τυλιγμένο σε σεντόνι και το πήγαιναν στην εκκλησία για να γίνει η λειτουργία για να φθάσουμε στο ΑΑννάάσστταα  οο  ΘΘεεόόςς.. Μετά το Ανάστα ο Θεός, πολλοί πήγαιναν στον λαξευμένο βράχο κι έριχναν δάφνες και έψαλαν Χριστός ανέστη. Απόλυτη εκκλησία. Ταυτισμένη με τη γειτονιά, με την αγάπη του πλησίον, με τη δική τους εκκλησία. Τα παιδιά του ενός ήταν και παιδιά του άλλου και ενδιαφέροντο όλοι για όλους. Τώρα αλλάξανε όλα, οι άνθρωποι που έρχονται στη λειτουργία είναι απ’ όλη την Αθήνα ή κι από όλη την Αττική. Αλλά ο πατήρ Δημήτριος Λουπασάκης κατάφερε όλος αυτός ο κόσμος να είναι μια εκκλησία. Να γνωρίσει ο ένας τον άλλον. Να γνωριστούν μεταξύ τους. Να ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλον. Ο πατήρ Δημήτριος ενδιαφέρεται για όλους. Ρωτάει τι κάνουν, τους ένα χάδι κι ένα φιλί και όλοι μαζί μια ζεστασιά, αγαπημένο, μια αληθινή εκκλησία. Ίσως και μοναδική στην Αθήνα. Ο πατήρ Δημήτριος έδωσε το νόημα της εκκλησίας, έδωσε αγάπη σ’ αυτούς που έρχονται να ανάψουν ένα κερί και να προσκυνήσουν την εικόνα των Αγίων Ισιδώρων.

 

Αριστείδης Περιστέρης

 

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ & ΕΓΩ

spilaio Agiou Aristidi

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΕΓΩ

 

Ήμουν δεν ήμουν 8 χρονών, όταν ανοίξαμε το παράθυρο του σπιτιού μας. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Όλη η Αθήνα ήταν άσπρη στα χιόνια. Αμέσως ο πατέρας μου βγήκε στον κήπο και γέμισε μια λεκάνη χιόνι. Την έφερε μέσα και όλοι πήραμε λίγο χιόνι και βάλαμε στο στόμα μας. Έτσι ήταν το έθιμο στην Αθήνα.

 

Το εσωτερικό του Σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου

Σε λίγο ήρθε και ο παππούς. Ο Χρήστος Συράκος. Μεγάλος ζωγράφος,. Αδελφός της γιαγιάς μου. Τότε ο πατέρας μου είπε: «Πάμε να χαρούμε τα χιόνια». Τότες κατοικούσαμε στην έπαυλη Μητσέα. Ένα νεοκλασικό σπίτι στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Ήταν θαυμάσιο. Μέσα σε ένα μεγάλο κήπο, με στέρνα, μύλο και πηγάδι. Φωτίου Πατριάρχου, Σαρανταπήχου, Αγίου Ισιδώρου και Δοξαπατρή. Ήταν κάποτε το σπίτι του Αυλάρχη του Όθωνα. Είχε ακόμα στάβλους για τα άλογα και τις άμαξες.

Αφού ντυθήκαμε καλά και οι τρεις μας, ξεκινήσαμε για να χαρούμε το χιόνι. Που αλλού; Στο Λυκαβηττό, με προορισμό την εκκλησία του Αγίου Σιδερέα. Κι ο παππούς και ο πατέρας είχανε αδυναμία. Ο δε παππούς είχε φτιάξει τις σκάλες που ανεβαίνανε τότε στο ναό. Και καμάρωνε για το έργο του.

Το χιόνι ήτανε πολύ και το έδαφος πολύ ανώμαλο. Να σκεφθεί κανείς, πως ένας καρόδρομος ερχόταν από τα νταμάρια, εκεί που είναι σήμερα το θέατρο και κατέβαζαν τα κάρα πέτρα, με χίλια βάσανα. Καρόδρομος ήταν και η σημερινή Σαρανταπήχου.

Η χαρά μου μεγάλη. Κυλιόμουν στα χιόνια και ο παππούς κι ο πατέρας όλο μου φώναζαν για να μην χτυπήσω. Όταν φθάσαμε στον Άγιο Σιδερέα ο παππούς μου λέει «μιας που ήρθαμε να σου δείξω κάτι». Η παιδική μου περιέργεια άναψε και μαζί με τον πατέρα μου ακολουθήσαμε τον παππού. Ήταν δύσκολο να ανεβούμε. Το χιόνι σκέπαζε και τα λιγοστά πατήματα που υπήρχαν. Σκαρφαλώσαμε και τελικά μπήκαμε σε ένα σπήλαιο. Τότε πετάχτηκαν φοβισμένα πολλά περιστέρια. «Μα αυτό» λέει ο πατέρας μου είναι η «σπηλιά του κόρακα. Έτσι το λένε στη γειτονιά. Είναι κάπου γραμμένο». «Όχι», λέει ο παππούς.«Δεν είναι έτσι. Ελάτε να δείτε». Προχωρήσαμε στο βάθος και σε έναν απολιθωμένο σταλακτίτη έγραφε καθαρά “Αριστείδες”. «Έλα Αριστειδάκι να δεις το όνομά σου». Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Στο πάνω μέρος του σπηλαίου ο βράχος σχημάτιζε την εικόνα της Παναγίας. Και πράγματι, εγώ με την παιδική μου φαντασία την έβλεπα και την βλέπω ακόμα και σήμερα. Παρακάτω, ο βράχος παρουσίαζε τον Παντοκράτορα. Αυτόν που τώρα τελευταία ζωγράφισα με φύλλο χρυσού το φωτοστέφανο και τα ασημένια γένια.

«Και τώρα ελάτε να δείτε αυτό που λέτε σπηλιά του Κόρακα». Στο βράχο πάνω είναι σκαλισμένο το Σ.Κ. Αυτό το Σ.Κ. Είναι σκαλισμένο από το μεγάλο σοφό τον Αριστείδη τον Άγιο, που έζησε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια και σημαίνει «Σωτήρ Κύριος», και ο οποίος ερχόταν εδώ και προσηύχετο . Εγώ το μικρό παιδάκι έμεινα άφωνος. Ο πατέρας ήταν όλο ερωτήσεις. Εγώ καμάρωνα που ήταν το όνομά μου.

«Πάμε τώρα να φύγουμε. Το κρύο είναι πολύ και θα αρρωστήσουμε». Φεύγοντας πέφτω κάτω και χτυπάω τη μύτη μου κι άρχισε να τρέχει αίμα. Οι σταγόνες, το αίμα πάνω στο χιόνι σχημάτιζαν μία γραμμή. Σα να μας έδειχνε το δρόμο για το σπήλαιο. Ακόμα και σήμερα άμα κλείσω τα μάτια το βλέπω. Ευτυχώς ο πατέρας μου έσφιξε το χέρι με ένα μαντήλι και σταμάτησε το αίμα.

Το θέαμα καταπληκτικό. Που να ζούσαμε στα αρχαία χρόνια, που απ’ εδώ πήγαζε ο Ηριδανός ποταμός και κατέβαινε κάτω στην κοιλάδα!

Εγώ όλο χαρά που ήταν το όνομά μου στη σπηλιά το έλεγα και το ξαναέλεγα. Το έλεγα στο καφενείο κι όπου βρισκόμουνα και καμάρωνα.

Περνούσαν τα χρόνια. Πάντα ανέβαινα να ρίξω μία ματιά να δω τι γίνεται. Ήρθε η κατοχή. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί απαγόρευσαν να πλησιάζουμε. Μόνο στο εκκλησάκι πηγαίναμε. Εκεί μόνο, στην εκκλησία του Αγίου Σιδερέα.

Χρόνια και χρόνια περνούν. Σπουδές- σπουδές, στρατιωτικό. Θα ήμουν 25 χρονών, όταν πλέον ανεβαίνω στο σπήλαιο. Το δικό μου σπήλαιο. Μόνο τίτλους ιδιοκτησίας εν είχα. Άλλωστε ήταν το όνομά μου γραμμένο. Έτρεμα ολόκληρος. Και σας το ομολογώ. Είδα τις σταγόνες από το αίμα μου και τις ακολούθησα. Όταν πήγα μέσα κατευθείαν για το όνομά μου, κατάπληκτος κοίταξα. Ο βράχος κομμένος. Το κομμάτι αυτό που σχημάτιζε σταλακτίτη είχε αφαιρεθεί. Δυστυχώς ήταν κομμένος ο βράχος και το είχανε πάρει. Χάιδεψα με τα χέρια μου το μέρος εκείνο και έκαμα το σταυρό μου. Κάποιος Ιταλός η κάποιος Γερμανός το είχε κόψει και το πήρε. Εδώ σταματάει το ενδιαφέρον μου για το σπήλαιο.

Περνούν τα χρόνια. Δημιουργώ οικογένεια με τρία παιδιά: δύο γιους και μία κόρη. Η γυναίκα μου κι εγώ έχουμε ρίξει όλο το βάρος στις σπουδές των παιδιών. Οι παππούδες έχουνε φύγει, οι γονείς το ίδιο. Τώρα παίρνουμε σιγά-σιγά την θέση τους. Και όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου, ο Άγιος Αριστείδης, το σπήλαιο εξακολουθούν να είναι δικά μου.

Aristidis Peristeris

 Ο αείμνηστος  Αριστείδης Περιστέρης.

Ήταν χειμώνας του 1996. Είχα κάθε βράδυ στην σκέψη μου να τοποθετήσω την εικόνα του Αγίου

Αριστείδη στο σπήλαιο. Το λέω στον τότε ιερέα της εκκλησίας. «Εκεί;» μου λέει. «Ναι εκεί» του απαντώ. «Βεβαίως να γίνει μία αρχή να αξιοποιηθεί το σπήλαιο» Το είπα και σε άλλους. Η λέξη «σε εμπιστευόμαστε», «είσαι άξιος», μου έδωσαν δύναμη να εργαστώ. Μετά από λίγες ημέρες επισκέφθηκα το σπήλαιο. Ήξερα εγώ τουλάχιστον, ότι επί 50 χρόνια, εχρησιμοποιείτο για οποιαδήποτε χρήση . Δεν φαντάστηκα όμως ότι θα έβρισκα την κόπρο του Αυγείου και ότι άλλο φανταστεί κανείς. Μετά κάθισα και σκέφτηκα. Σκέφτηκα πολύ για να αποφασίσω. Άκουγα το «μπράβο» του ιερέα, άκουγα το  «είσαι ικανός» και έτσι δεν έκανα πίσω.

 

Την άλλη μέρα ήρθα με δύο εργάτες και καθαρίσαμε το χώρο, που μέχρι τότε κανείς μα κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί για την καθαριότητα. Αυτό ήταν. Από τότε, επί χρόνια, δουλεύω, ζωγραφίζω και ξοδεύω με μεγάλη ικανοποίηση. Ανέτρεξα στη Γεννάδιο βιβλιοθήκη, σε εγκυκλοπαίδειες και διατριβές από τη Θεολογική Σχολή, για να πλησιάσω την αλήθεια για τον Άγιο Αριστείδη. Μέσω internet τα παιδιά μου βρήκαν την απολογία Αγίου Φιλοσόφου Αριστείδη του Αθηναίου και ότι άλλο σχετικό. Στη Συριακή γλώσσα, στην Αρμένικη και στην Αγγλική. Ήταν δύσκολο να μεταφραστεί. Αλλά τίποτε ακατόρθωτο.

Την μεταφράσαμε στα Ελληνικά. Σταμάτησα για λίγο, εξαιτίας του οικονομικού. Αλλά μετά το καλοκαίρι συνέχισα. Όλα τα παραπάνω συγκεντρώθηκαν μαζί με πρωτοχριστιανικά εκκλησιαστικά σκεύη, που άλλα φιλοτέχνησα εγώ και άλλα τα αγόρασα, συμβουλευόμενος το μουσείο Μπενάκη, το Βυζαντινό και της Πάτμου.

Ερευνώντας, πείσθηκα πως το σπήλαιο ήταν ασκητήρια και κατά πάσα πιθανότητα, ότι εκεί συνελήφθη ο άγιος Αριστείδης. Εκεί κατέφευγε και προσηύχετο. Ήταν το καταφύγιό του. Ήταν το όνομα του Αριστείδη, που δυστυχώς δεν υπάρχει. Εκεί είναι σκαλισμένο το «Σωτήρ Κύριος». Ίσως να ήταν σκαλισμένο από τα χέρια του Αγίου. Συνέχισα, ζωγράφισα ολόσωμο τον άγιο Αριστείδη. Έφερα μία κασέλα και ζωγράφισα φύλλα ορεινής αμπέλου. Μέσα στην κασέλα υπήρχε ύφασμα απομίμηση του Χιτώνα των πρώτων Χριστιανών. Έφερα ζωγραφικό τρίποδο με ροζέτα εκκλησιαστική επιχρυσωμένη και τοποθέτησα την εικόνα του Αγίου Αριστείδη, αγορασμένη από την Μπιενάλε της Βενετίας. Αυτή η εικόνα τώρα βρίσκεται μέσα στην εκκλησία των Αγίων Ισιδώρων. Κατασκεύασα βιτρίνα και τοποθέτησα όλα τα πρωτοχριστιανικά εκκλησιαστικά σκεύη. Μερικά από αυτά βρίσκονται στην βιτρίνα του γραφείου της εκκλησίας.  Ζωγράφισα τη μορφή του Παντοκράτορα που σχημάτιζε ο βράχος. Έφτιαξα ένα σταυρό από κορμούς δέντρων με αγκάθινο στεφάνι. Αυτό υπάρχει ακόμα μέσα στο σπήλαιο ψηλά. Έφερα κινητό καντηλέρι, απομίμηση της Πάτμου. Δημιούργησα γωνιά ασκηταριού με διάφορα αντικείμενα χρήσης. Κορμούς δέντρων για καθίσματα, πήλινα δοχεία και κύπελλα.Ο άγιος μου έδινε δύναμη. Όταν τοποθέτησα το σιδερένιο διαχώρισμα, έβαλα κλειδαριά και λουκέτο. Είπα σε ευχαριστώ Θεέ μου. Και έγραψα σε λίθο με μία πινακίδα «Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω».

 

thia litourgia sto spilaio

Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο    Σπήλαιο του Αγίου Αριστείδη  υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βελεστίνου κ.κ. Δαμασκηνού.

Φεύγοντας εκείνο το βράδυ γιατί ξημεροβραδιαζόμουν εκεί, ακούω μια καμπάνα να κτυπά. Και όσο κατέβαινα δυνατότερα. Γυρίζω και μία έντονη δύναμη μου έλεγε «μία καμπάνα εδώ». Το θαύμα την άλλη μέρα. Πηγαίνω και παραγγέλνω ένα καμπανάκι που υπάρχει τώρα στο σπήλαιο. Όταν πήγα και το παρέλαβα το έφερα με ένα ταξί. Ο οδηγός αρνήθηκε να το ανεβάσει απάνω και το ακούμπησε στο δρόμο και έφυγε. Κανείς στην εκκλησία, κανείς στο δρόμο. Τότε λέγω «Άγιέ μου, δεν μπορώ να το σηκώσω και θα φύγω». Τότε μία φωνή μου λέει «το θέλω απάνω». Σκύβω και το πιάνω. Το καμπανάκι λες και είχε γίνει πούπουλο. Το σήκωσα, το ανέβασα και το πήγα στο σπήλαιο. Τότε κάνω την προσευχή μου και είπα «Άγιέ μου σε ευχαριστώ. Έγινε το θαύμα».

 

Το 1999 τοποθετείται μία πλακέτα που έγραφε το ιστορικό και είναι η πρώτη φορά που γίνεται λειτουργία στο σπήλαιο. Και είχα φτιάξει πλακέτες για το γεγονός. Μία πλακέτα δώρσα και στον ιερέα Δημήτριο Λουπασάκη, του οποίου το ενδιαφέρον για το σπήλαιο είναι απεριόριστο, δημιουργεί αξιόλογα έργα για την αναβάθμιση του χώρου και με λαμπρότητα και με πανηγυρικό τρόπο, τελεί Θείες Λειτουργίες που συγκεντρώνουν κόσμο, όντας ο μοναδικό χώρος λατρείας του Αγίου Αριστείδη. Έχει ιδιαίτερη ευαισθησία για τον Άγιο Αριστείδη και θυμάμαι με μεγάλη συγκίνηση, ότι μου ζήτησε κλειδιά για το σπήλαιο.

Στις 16-10-2002 κατόπιν παράκλησης του ιερέα Δημητρίου Λουπασάκη, με την εξής μικρή επιστολή μου του γράφω: «Αγαπητέ Πατέρα Δημήτριε, χαίρομαι για το ενδιαφέρον σου για το σπήλαιο του Αγίου Αριστείδη και εύχομαι όλοι μαζί να κρατήσουμε το πρωτοχριστιανικό-παλαιοχριστιανικό. Ευχαριστώ, με αγάπη, Αριστείδης».

Το ενδιαφέρον μου βέβαια δεν τελείωσε και δεν θα τελειώσει ποτέ όσο θα είμαι στη ζωή. Είναι θέμα πίστεως, θέμα αγάπης, θέμα ιστορικό, θέμα άγιο.

Ο Θεός να βοηθήσει, ο άγιος να δυναμώνει για το μεγαλείο της πίστεως. Είθε μία ημέρα η εκκλησία του Αγίου Αριστείδη να λάμψει για το καλό και την ευλογία των ανθρώπων.

 

 

Το παρόν κείμενο συνέγραψε