Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΔΕΡΕΑ

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΔΕΡΕΑ

 

Πάνε πολλά χρόνια, τότε που η Αθήνα φωτιζότανε η μισή με γκάζι και η άλλη μισή με ηλεκτρικό ρεύμα. Τα σπίτια, το 80% ήταν μικρά και κεραμοσκεπή. Το θέαμα από το Λυκαβηττό ήταν φοβερά ωραίο. Ένα απέραντο κεραμιδί χρώμα και στη μέση πάνλευκη η Ακρόπολη με τον Παρθενώνα. Και πίσω η γαλάζια θάλασσα, δημιουργούσε το πλαίσιο του θαυμαστού τοπίου. Η αρμονία των χρωμάτων, η ιστορία, το είμαι και υπάρχω, η μουσική της ζωής. Όλα αυτά και όταν κάθεσαι στα σκαλιά του Αγίου Σιδερά γίνονται θαύμα. Και η ανάσα της ανοιξιάτικης φύσης σου γεμίζουνε τη ζωή.

Επιτάφιος στον Άγιο Σιδερέα. Ω! τι ομορφιά, τι αλήθεια, τι συγκίνηση ««ΗΗ  ΖΖΩΩΗΗ  ΕΕΝΝ  ΤΤΑΑ-ΦΦΩΩ»»..Τα παιδιά της γειτονιάς, μια και δεν είχανε σχολείο, από το πρωί ξεχύνονταν στο Λυκαβηττό, ομάδες – ομάδες, για να μαζεύουν λουλούδια. Τι λουλούδια; Μαργαρίτες, άσπρες-κίτρινες, παπαρούνες, μαβάκια, ροδούλες, κρινάκια, χαμομήλια, λαγουδάκια, ζαφορές. Κι από τα βράχια αγριοπασχαλιές και φασκομηλιές. Και τι δεν είχε!

Ομάδες-ομάδες τα παιδιά ξεχύνονταν και προσπαθούσαν να συναγωνιστεί η μια ομάδα την άλλη, ποια θα μαζέψει τα καλύτερα. Όλα αυτά τα μαζεύανε σε μικρά μπουκετάκια το καθένα ξεχωριστά σε χρώμα και είδος.

Παιδιά της εποχής εκείνης  
στο Λυκαβηττό που 
συμμετέχουν στο μάζεμα
των λουλουδιών

 

Κάθε ομάδα είχε μια λεκάνη ή μικρή σκάφη με νερό στο προαύλιο της εκκλησίας και τοποθετούσαν τα μπουκετάκια μέσα για να διατηρηθούνε. Μόνο τις παπαρούνες τσουρουφλίζανε τα κοτσάνια τους με ένα αναμμένο κεράκι από τον άγιο για να μην μαδάνε.

Το προαύλιο γέμιζε από αγριολούλουδα. Γιατί; Γιατί ο επιτάφιος στολιζότανε από τις κοπέλες όλος με αγριολούλουδα. Όταν τα παιδιά μαζεύανε τα λουλούδια, έβρισκαν χελώνες και σκαντζόχοιρους? που σκαντζόχοιροι δεν υπάρχουν σήμερα. Τα μετέφεραν στην αυλή της εκκλησίας και παίζανε μαζί τους.

 

Ήτανε δικός τους, ήτανε ο επιτάφιος του Αγίου Σιδερέα. Όλος με αγριολούλουδα. Ήτανε ο καλύτερος. Όταν τα κορίτσια τελείωναν το στόλισμα, όλοι ανεβαίνανε να καμαρώσουνε το έργο τους. Όλη η γειτονιά συμμετείχε. Γιατί ήτανε δικό τους το εκκλησάκι. Η στέγη με δοκάρια ξύλινα και ο φωτισμός με καντήλια και κεριά. Η μεγάλη στιγμή ήτανε της περιφοράς. Ξεκινούσε ο επιτάφιος με πλήθος κόσμου με κεριά και φαναράκια και τον κρατούσανε στα χέρια, πότε οι επίτροποι, πότε οι πρόσκοποι και πότε άλλοι. Ο ιερέας, οι ψάλτες, οι πρόσκοποι με τύμπανα και ο κόσμος όλος. Οι πόρτες του Λυκαβηττού, λόγω της ημέρας ήτανε ανοιχτές. Γιατί ο Λυκαβηττός ήτανε περιφραγμένος με συρματόπλεγμα και είχε πόρτες σε διάφορα σημεία, που άνοιγαν με την ανατολή του ηλίου και κλείνανε με τη δύση. Είχε φύλακες γι’ αυτή τη δουλεία. Αλλά αυτά θα τα διηγηθούμε μια άλλη φορά.

 

Ο Επιτάφιος, με αυτή τη σύνθεση, ξεκινούσε ψάλλοντας η χορωδία τη ΖΖωωήή  εενν  ΤΤάά-φφωω.. Ένας φωτεινός κατέβαινε μέσα στο δάσος και προσχωρούσε σιγά- σιγά. Τα τύμπανα των προσκόπων κτυπούσανε με εκείνο τον πένθιμο ρυθμό. Ακολουθούσανε οι άνθρωποι με τα φαναράκια και τα κεριά. Το θέαμα από χαμηλά ήτανε μαγευτικό. Και σιγά- σιγά φθάνει η πομπή στην πόρτα για να μπει στην οδό Σαρανταπήχου. Εκεί γίνεται στάση και ο ιερέας με τους ψάλτες ψάλλουν τη ΖΖωωήή  εενν  ΤΤάάφφωω και κάνουνε αγιασμό. Εκεί οι γυναίκες θα φέρουνε γαρύφαλλα, από αυτά κρεμόντουσαν τότε στα μπαλκόνια και μοσχοβολούσανε. Και ήταν τα μόνα που δεν ήσαν αγριολούλουδα του βουνού. Ξεκινούσε η πομπή από την Σαρανταπήχου, αυτό το χωμάτινο δρόμο τότε. Λίγοι ξέρανε πως ο Σαραντάπηχος ήταν πρίγκιπας, αδελφός της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας του Βυζαντίου. Ήταν τοποτηρητής. Όλος ο δρόμος, σε όλα τα σπίτια, στα μπαλκόνια και στα παράθυρα, γεμάτα κεριά και φαναράκια και ο κόσμος έραινε τον επιτάφιο με λουλούδια και θυμιάματα. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα σπίτια. Του Κυδωνιάτη, του Στυλιανίδη, των Ροντόλφων, των Χατζηγιάννηδων, των Σκανδαλίλιδων και άλλων πολλών οικογενειών.

 

Και φθάνουμε στη Δοξαπατρή. Αλλά όχι Δόξα- πατρί, αλλά Δοξαπατρή. Βυζαντινός στρατηγός και αυτός. Ο δρόμος όλος λάμπει, μέχρι λάμπες στα παράθυρα. Πρώτο σπίτι των Σκανδαλίλιδων. Πανέμορφο σπίτι του ζωγράφου Γεραλή, που είχε και σχολή ζωγραφικής. Έλαμπαν όλα. Το σπίτι των Καλογρίδιδων, του Βαλινδρά, του Κουρκουτσάκη, του Οικονόμου, του Φίσσα. Και φθάναμε στο σπίτι των Μητσέηδων και των Περιστέρηδων και απέναντί τους του Βάλβη και άλλα πολλά. Κατεβαίναμε κατόπιν από τη Φωτίου Πατριάρχου στην οδό Δαφνομήλη, όπου και το κατάστημα του Ζαχαριά. Είχε γκάζι και είχε ανάψει όλα τα φώτα στο σπίτι και στο μαγαζί, στο σπίτι του γιατρού Αλιγιγάκη έλαμπε. Παραπέρα το σπίτι του γλύπτη Χαλεπά, για να φθάσουμε στη στροφή να περάσουμε το σπίτι των Γρυλωνάκηδων, να ανεβούμε τη Ρωμανού Μελωδού και την Αποκαύκων για να ξανασυναντήσουμε την Σαρανταπήχου. Η είναι πάντα πιο δύσκολη, αλλά ο επιτάφιος είναι το αποκορύφωμα της βραδιάς. Και τώρα να διηγηθούμε ένα γεγονός που μόνο ένας παπάς το έκανε και ελάχιστοι το θυμούνται απ’ αυτούς που υπήρχαν. Λίγα μέτρα προτού φθάσουμε στη σκάλα για την άνοδο προς το εκκλησάκι, υπάρχει αριστερά ένα δρομάκι. Εκεί σταματούσε ο επιτάφιος. Αφού υμνούσε την Ταφή ο ιερέας, έπαιρνε από τον επιτάφιο το σώμα του Χριστού και με δύο προσκόπους και δύο κοπέλες με μύρα πήγαιναν στην λαξευμένη εσοχή μιας σπηλιάς που είναι στο βράχο. Είχανε τοποθετήσει εκεί ένα σεντόνι. Πάνω στο σεντόνι ακουμπούσε ο ιερέας το σώμα του Χριστού. Έριχναν οι κοπέλες και μετά οι πρόσκοποι τραβούσανε μια πέτρα και στέκονταν προσοχή και φύλαγαν το τάφο μέχρι που κι ο τελευταίος ήθελε να προσκυνήσει. Ο επιτάφιος συνέχιζε κατόπιν προς το εκκλησάκι και σταματούσε μπροστά στην πόρτα. Τον σηκώνανε ψηλά και όλοι περνούσανε από κάτω για να συνεχιστεί η λειτουργία. Την άλλη μέρα, Σάββατο πρωί, πριν αρχίσει η λειτουργία, ο παπάς με δύο κοπέλες πήγαιναν στον λαξευμένο βράχο, τραβούσανε την πλάκα, έπαιρναν το σώμα τυλιγμένο σε σεντόνι και το πήγαιναν στην εκκλησία για να γίνει η λειτουργία για να φθάσουμε στο ΑΑννάάσστταα  οο  ΘΘεεόόςς.. Μετά το Ανάστα ο Θεός, πολλοί πήγαιναν στον λαξευμένο βράχο κι έριχναν δάφνες και έψαλαν Χριστός ανέστη. Απόλυτη εκκλησία. Ταυτισμένη με τη γειτονιά, με την αγάπη του πλησίον, με τη δική τους εκκλησία. Τα παιδιά του ενός ήταν και παιδιά του άλλου και ενδιαφέροντο όλοι για όλους. Τώρα αλλάξανε όλα, οι άνθρωποι που έρχονται στη λειτουργία είναι απ’ όλη την Αθήνα ή κι από όλη την Αττική. Αλλά ο πατήρ Δημήτριος Λουπασάκης κατάφερε όλος αυτός ο κόσμος να είναι μια εκκλησία. Να γνωρίσει ο ένας τον άλλον. Να γνωριστούν μεταξύ τους. Να ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλον. Ο πατήρ Δημήτριος ενδιαφέρεται για όλους. Ρωτάει τι κάνουν, τους ένα χάδι κι ένα φιλί και όλοι μαζί μια ζεστασιά, αγαπημένο, μια αληθινή εκκλησία. Ίσως και μοναδική στην Αθήνα. Ο πατήρ Δημήτριος έδωσε το νόημα της εκκλησίας, έδωσε αγάπη σ’ αυτούς που έρχονται να ανάψουν ένα κερί και να προσκυνήσουν την εικόνα των Αγίων Ισιδώρων.

 

Αριστείδης Περιστέρης