ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ

agios isidoris pilousiotisΟ ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ

Στίχος
Τη Δ’ του αυτού μηνός Φεβρουαρίου,

εορτάζεται η μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΣΙΔΩΡΟΥ

του Πηλουσιώτου.

 

«Πηλουσιώτα, χαίρε,πολλά μοι τον πηλόν εκδύς,

και χαράς τυχών ξένης.

Εν δ’ Ισίδωρον έθεντο τετάρτη σήματι λυγρώ».

 

Ο Άγιος Ισίδωρος, ο θείος πατήρ ημών ο Πηλουσιώτης, ήταν μοναχός  στην Αίγυπτο, πατήρ της Εκκλησίας και εκκλησιαστικός συγγραφέας (Δ’-Ε’) αιώνας. Γεννήθηκε από ευγενείς και θεοφιλείς γονείς στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου περίπου το 370μ.Χ.. Ήταν συγγενείς των Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας Θεοφίλου και Κυρίλλου. Έλαβε επιμελημένη μόρφωση, γι’ αυτό χρημάτισε στην αρχή κατηχητής και διδάσκαλος της πίστεως στην Αλεξάνδρεια και αλλού.

Νωρίς ελκύσθηκε από τον μοναχικό βίο, εγκαταλείποντας πλούτη, γένος λαμπρό, υλική ευδαιμονία και κατευθύνθηκε στο Πηλούσιο, μεταξύ των εκβολών του Νείλου και της χερσονήσου Σινά. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Πηλουσίου Αμμώνιο, ο οποίος ήταν φίλος του. Εκεί διέτριψε το υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τα βαθιά του γεράματα το 450μ.Χ..

Ο Άγιος Ισίδωρος από το Πηλούσιο, εδίδασκε όλη την οικουμένη και εφώτιζε με τα λόγια και τα έργα του. Η ευγένεια του ήθους του, ο υποδειγματικός του βίος, η εξαιρετική του μόρφωση συντέλεσαν ώστε ταχύτατα να αποκτήσει την εκτίμηση και τον γενικό θαυμασμό και να αναδειχθεί κόσμημα της Εκκλησίας του Πηλουσίου και σεβαστός από κλήρο και λαό.

Τόσο πολύ εξαπλώθηκε η φήμη του, ώστε κατέφθαναν προς αυτόν διάφοροι κληρικοί, λαϊκοί ακόμη επίσκοποι περιωπής και ζητούσαν ερμηνεία δύσκολων γραφικών χωρίων. Έδινε σε όλους σοφότατες λύσεις και ερμηνείες.

Το εκκλησιαστικό του κύρος το μαρτυρεί το θάρρος με του οποίο έγραφε σε ανώτατους πολιτικούς άρχοντες ακόμη και στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Β’. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος τον περιέβαλε με μεγάλη τιμή και σεβασμό και τον αποκαλούσε «πατέρα».

Ο Άγιος Ισίδωρος θεωρείται ως ο ένας από τους ευγενέστερους και σοφότατους αντιπροσώπους του μοναχικού βίου, ο κατ’ εξοχήν αντιπρόσωπος του μοναχικού πνεύματος. Γι’ αυτό ο Μ. Φώτιος τον αποκαλούσε: «κανόνα ιερατικής και ασκητικής πολιτείας», ο δε ιστορικός Ευάγριος έγραφε για τον Όσιο «αγγελικόν μεταλθών βίον». Ακόμη, ο Όσιος Ισίδωρος με αποστολικό ζήλο και καθαρότητα ψυχής επιχείρησε να επιβάλει τάξη στο μοναστικό χώρο, στην εκκλησία του Πηλουσίου και ευρύτερα, αλλά, προκάλεσε δυσαρέσκειες και εχθρότητες εναντίον του. Όμως, δεν αποθαρρύνθηκε. Δέχθηκε μα πνευματική ανωτερότητα σιωπή και αγιότητα τις συκοφαντίες.

Λόγω του πνευματικού συνδέσμου που είχε με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, εργάσθηκε για την υπεράσπιση της μνήμης του Αγίου και κατόρθωσε λίγο πριν το 416 μ.Χ., να αναγραφεί και πάλι το όνομα του στα δίπτυχα της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας.

Επίσης, ανεμίχθη στην υπόθεση του Νεστορίου, την διδασκαλία του οποίου καταπολέμησε. Όμως, υποστήριζε μετριοπάθεια στην αντιμετώπισή του και κάλεσε τον Πατριάρχη Κύριλλο να μετριάσει το μένος του. Ζήτησε δε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ να μην αμελήσει να παραστεί στην σύνοδο της Εφέσου [431] στην οποία καταδίκασε τον Νεστοριανισμό.

 

Ο Όσιος, κατ’ εξοχήν πρακτικός διδάσκαλος, έγραφε αναρίθμητες επιστολές προς τον αυτοκράτορα, ανώτατους πολιτικούς άρχοντες, επισκόπους, πρεσβυτέρους, σοφιστές, μοναχούς, γραμματικούς, ιατρούς κ.λπ., άλλοι τις υπολογίζουν 3.000, άλλοι σε 7.000, κι άλλοι [όπως ο Νικηφόρος Κάλλιστος] σε 10.000. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 2.012 και περιέχονται οι τίτλοι τους στην «κλείδα» της Πατρολογίας του Migne.

Με τις εν λόγω επιστολές του ο Άγιος Ισίδωρος απαντά σύντομα, εύστοχα και ερμηνευτικά, σε ποικίλα πνευματικά θέματα και ερωτήματα. Έγιναν δε ανάρπαστες και συγκαταλέγησαν ως εξαιρετικά πνευματικά βοηθήματα. Έχουμε πληροφορίες ότι στη Μονή των Ακοιμήτων στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν αντίγραφα 2.000 επιστολών του σε 5 τόμους. Οι επιστολές του αυτές είναι μνημεία της Χριστιανικής Λογοτεχνίας, δείχνουν τη βαθιά του γνώση σε θέματα θεολογίας, ελληνικής λογοτεχνίας, μυθολογίας, φιλοσοφίας, ιστορίας. Είναι γραμμένες με μεγάλη επιμέλεια και πνευματική σοφία.

Για τις επιστολές του αυτές, τον θαυμάζουν ο Μ. Φώτιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος και ο Ευάγριος ο Οικονόμος. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιους τίτλους εξ αυτών των επιστολών του: “Περί αλαζονείας”, “Περί εναρέτου ομιλίας”, “Περί γενεαλογίας της Θεοτόκου”, “Περί της τροφής του Προδρόμου και περί ασκήσεως”, “Περί Ιεροσύνης”, “Προς άρχοντας”,  “Κατά Νεστοριανών”,  “Περί του μη ορκίζειν’’ κ.λπ..

Μετά τον γαλήνιο και οσιακό θάνατό του, το 440μ.Χ. , σε πολύ βαθιά γεράματα ο Ισίδωρος τιμήθηκε πολύ σύντομα ως άγιος όχι μονάχα στην Ανατολή, αλλά και στη Δύση, εφόσον το άγιο λείψανο του έγινε «πηγή θαυμάτων τοις προσιούσι πιστών». Τα θαύματα ακριβώς αυτά ήταν η αψευδής απόδειξη της αγιοσύνης του. Γι’ αυτό δίκαια η Εκκλησία τον κατέταξε στο χορό των αγίων της, γιορτάζοντας τη μνήμη του στις 4 Φεβρουαρίου, ημερομηνία της οσιακής  κοιμήσεώς του.

Άγιε Ισίδωρε, χάριζε και σε εμάς, τους ευλαβείς προσκυνητές των Αγίων Ισιδώρων, πίστη, πνευματική σοφία, ταπείνωση, εγκράτεια για να αγωνιζόμεθα διαπαντός και να σε συναντήσουμε στην Ουράνιο Βασιλεία Του. Αμήν

                            τερον πολυτίκιον χος πλ. δ΄.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες,

 ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ·
ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ἰσίδωρε τό πνεῦμά σου.

Ξανθή Σπυροπούλου

                Φιλόλογος-Συγγραφέας

ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΧΙΟΥ

agios isidoros chiou  Άγιος Ισίδωρος πολιούχος Χίου

 

Τη δεκάτη Τετάρτη (14η) του αυτού μηνός (Μαΐου)

η μνήμη του αγίου Μάρτυρος ΙΣΙΔΩΡΟΥ του εν Χίω.

   Ο Άγιος Ισίδωρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Ήταν στρατιώτης με το βαθμό του Εφέδρου στο Ρωμαϊκό στρατό, σιτιστής και ένθερμος Χριστιανός.

Επί αυτοκράτορα Δεκίου έφθασε στην Χίο ο ρωμαϊκός στόλος με ναύαρχο το Νουμεριανό. Ο Ισίδωρος και ο Χριστιανός φίλος του Αμένιος εγκαταστάθηκαν σ’ ένα σπίτι στον Κάμπο. Τα βράδια που προσεύχονταν στο Θεό, λάμψεις και φλόγες κατέβαιναν στη σκεπή του σπιτιού τους από τον ουρανό. Τότε πολλοί από τους γείτονές τους εντυπωσιάστηκαν και πείσθηκαν από τον Ισίδωρο και τον Αμένιο ότι αυτό το φως ήταν θεϊκή επιταγή και βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Το γεγονός διαδόθηκε γρήγορα. Μάλιστα ο Εκατόνταρχος Ιούλιος το ανέφερε στο ναύαρχο Νουμέριο.

Ο Νουμέριος δεν άργησε να ακούσει το ίδιο και από τον ίδιο τον Ισίδωρο, όταν τον προσκάλεσε να ομολογήσει. Τότε τον έδειραν σκληρά και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή. Ο πατέρας του μόλις έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως κίνησε για τη Χίο, πολύ στεναχωρημένος, διότι ο γιος του εγκατέλειψε την πατροπαράδοτη ειδωλολατρική θρησκεία.

Παρά τις θερμές παρακλήσεις του πατέρα του ,ο Ισίδωρος έμεινε ακλόνητος στην πίστη του. Από τη σταθερότητά του οργίσθηκε πολύ ο ειδωλολάτρης πατέρας που παρότρυνε το Νουμέριο να τον θανατώσει. Ο Άγιος βασανίσθηκε σκληρά, μαστιγώθηκε, σύρθηκε δεμένος σε άλογο και τέλος αποκεφαλίστηκε στις 14 Μαΐου 250 μ.Χ.

Το σώμα του το έριξαν σε μια ρεματιά για να το κατασπαράξουν τα αγρίμια. Σύμφωνα με διαταγή του Νουμερίου έπρεπε να παραμείνει άταφο. Παρόλο που φυλασσόταν από οπλισμένους στρατιώτες, μια ευσεβής γυναίκα η αγία Μυρόπη (2 Δεκεμβρίου η μνήμη της) κατάφερε να ξεφύγει την προσοχή των φρουρών, να πάρει και να ενταφιάσει με τιμές το άγιο σκήνωμά του. Αυτό έγινε αφορμή και του δικού της μαρτυρίου. Μαρτύρησε και ενταφιάστηκε κατόπιν δίπλα στον Άγιο Ισίδωρο. Ο άγιος Ισίδωρος είναι πολιούχος της Χίου και προστάτης των αρτοποιών. Σε όλη τη Μεσόγειο, επίσης, τιμάται ως προστάτης των ναυτικών.

Οι Χιώτες έχτισαν τον 5ο αιώνα μ.Χ. πάνω στον τάφο του ένα  πολύ ωραίο ναό σε  τρίκλιτη βασιλική.

 

Η λαϊκή παράδοση της Χίου έχει συνδέσει την τιμή του Αγίου Ισιδώρου (παρετυμολογία του ονόματός του)με την υγεία και τη σωματική ευεξία. Τον ονομάζουν από Άγιο Ισίδωρο, Αϊ – Σίδερο Οι πιστοί κάνουν τάματα στον Άγιο Ισίδωρο για να είναι σιδερένιοι. Πολυάριθμα είναι τα θαύματα που με τη χάρη του Κυρίου μας  επιτελεί ο Άγιος Ισίδωρος στους πιστούς, αναξιοπαθούντες και ευλαβείς Χριστιανούς. Βιώματα από την θαυματουργική χάρη του Αγίου είχε και ο άγιος Ἀνθιμος της Χίου, ο κτήτωρ της Ιρεράς Μονής Παναγίας της Βοήθειας.

Το 1225μ.Χ. (μετά την Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους) τα τίμια λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Βενετία. Εκεί θαυματούργησαν σώζοντας την πόλη το 1348 από επιδημία πανούκλας. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης οι Βενετοί έφτιαξαν προς τιμήν του Αγίου εξαιρετικό παρεκκλήσιο στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, στολισμένο με εξαιρετικά ψηφιδωτά.

Το 1967μ.Χ.(18 Ιουνίου) ένα μέρος από τα άγια λείψανά του αποδόθηκε επίσημα στην εκκλησία της Χίου, και εκτίθενται προς προσκύνηση στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου στην πόλη της Χίου.

 

Έκτοτε και κάθε χρόνο,το ιερό λείψανο του Αγίου Πρωτομάρτυρος λιτανεύεται μεγαλόπρεπα στη Χίο ,δέχεται τις ευλαβικές εκδηλώσεις των πιστών και στέλνει πλούσια την ευλογία του στους Ναυτικούς Χιώτες που τον έχουν προστάτη τους ,αφού και ο Άγιος ζυμώθηκε με την αρμύρα της.

 

Η τιμή του πρωτομάρτυρος της αγιοτόκου και μυροβόλου Χίου, Αγίου Ισιδώρου, επεκτείνεται με την ύπαρξη ιερών ναών επ’ ονόματί του τόσο στα γειτονικά νησιά (Λέσβος,  Σάμος και Ικαρία) , όσο και σε νησιά της Δωδεκανήσου (Ρόδος, Λέρος), αλλά και των Κυκλάδων (Νάξος, Μύκονος).

 

Επίσης στον ιερό Ναό μας -Άγιοι Ισίδωροι Λυκαβηττού- με ιδιαίτερη λαμπρότητα εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του εν Χίω. Από την παραμονή -με πανηγυρικό αρχιερατικό εσπερινό- αλλά και την κυριώνυμο ημέρα της εορτής με Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, λιτανεία και παράκληση του Αγίου. Στολίζεται ο ναός και η εικόνα του Αγίου. Ετοιμάζεται Αβραμιαία φιλοξενία για όλους τους προσκυνητές…

Άγιος Ισίδωρος και η Μαστίχα Χίου

Αν και δεν αναφέρεται στο συναξάριο του Αγίου Ισιδώρου, υπάρχει μια παράδοση στη Χίοπου συνδέει τον Σχίνο και τη Μαστίχα της Χίου με τον Άγιο Ισίδωρο. Στον τόπο που βασάνιζαν τον Άγιο Ισίδωρο οι Σχίνοι – τα Μαστιχόδεντρα δηλαδή- έβγαλαν ευωδιαστά δάκρυα, την Μαστίχα, κλαίγοντας για το μαρτύριο του Αγίου Ισιδώρου. Μια παραλλαγή της ίδιας παράδοσης αναφέρει ότι Μαστίχα βγάζουν μόνο οι Σχίνοι στις περιοχές που ο Άγιος Ισίδωρος δάκρυσε ή μάτωσε από τα βασανιστήρια που του έκαναν. Λέγεται ότι δοκίμασαν πολλοί να μεταφέρουν και να καλλιεργήσουν σε αλλά μέρη, μαστιχόδεντρα φυτεμένα μέσα σε γλάστρες, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να παράγουν απλό ρετσίνι και όχι μαστίχα.  Όπως κι αν έχει, η Μαστίχα είναι πραγματικά ένα θείο δώρο, μια ευλογία για το νησί της Χίου.

 

Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ό υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Ως στρατευθείς τω Βασιλεί των αιώνων,

των επιγείων την στρατείαν απώσω, και ευθαρσώς εκήρυξας Χριστόν τον Θεόν όθεν τον αγώνα σου, τον καλόν εκτελέσας, Μάρτυς θεοδόξαστος, του Σωτήρος εδείχθης όν εκδυσώπει σώζεσθαι ημάς, τους σε τιμώντας, παμμάκαρ Ισίδωρε.

 

 

     Ξανθή Σπυροπούλου

                                      Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

                                                                             agios nektarios photo 1 

 

Ο Άγιος Νεκτάριος ή Νεκτάριος Πενταπόλεως ή Νεκτάριος Αιγίνης (1846-1920) είναι σύγχρονος άγιος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το κατά κόσμο όνομά του ήταν Αναστάσιος Κεφαλάς και υπήρξε λαοφιλής ιεράρχης, ποιμενάρχης και παιδαγωγός στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Ο Άγιος Νεκτάριος επίσης θεωρείται και θαυματουργός διότι όπως λέγεται από τις λαϊκές παραδόσεις, πραγματοποίησε θαύματα ενώ βρισκόταν ακόμα εν ζωή.

Ο βίος του

Παιδική ηλικία

Ο Αναστάσιος Κεφαλάς γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1846 στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης. Γιος του Δημοσθένη και της Μαρίας Κεφαλά, ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά φτωχής οικογένειας, με αρχοντική όμως, βυζαντινή, καταγωγή. Σύντομα ήρθε αντιμέτωπος με τη δύσκολη πραγματικότητα της εποχής, καθώς η οικογένειά του αδυνατούσε να συντηρήσει όλα τα μέλη της, ενώ η γενέτειρά του δεν είχε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να πάρει το δρόμο για μια καλύτερη ζωή στην Κωνσταντινούπολη, σε ηλικία 13 ετών.

Στην Κωνσταντινούπολη

Η ζωή στη Κωνσταντινούπολη για τον Αναστάσιο ήταν σκληρή και δύσκολη τα πρώτα χρόνια της παραμονής του. Αρχικά εργάζεται σε συσκευαστήριο καπνού, οπού ο ιδιοκτήτης του φερόταν βάναυσα. Εργάζεται πολλές ώρες ημερησίως, δεν αμείβεται και πολλές φορές ξυλοκοπείται. Ο Αναστάσιος τα υπέμενε όλα αυτά, καθότι δεν ήθελε να μάθει το δράμα το οποίο περνούσε η οικογένεια του, ώστε να μην λυπούνται. Από την άλλη, θλίψη τον καταλάμβανε γιατί αδυνατούσε να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του, ενώ παράλληλα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο. Την κλίση, όμως, προς τον Θεό και στο Ευαγγέλιο, την έδειχνε από μικρός. Έτσι στο συσκευαστήριο μαζί με τον καπνό που πουλούσε, κάθε φορά έδινε και ένα μικρό χαρτάκι, το οποίο έγραφε κάποια ευαγγελική ρήση.

Η κατάσταση άλλαξε όταν ένας έμπορος που είχε μαγαζί παράπλευρα από το συσκευαστήριο τον λυπήθηκε, όταν κάποια μέρα είδε ένα ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και έτσι τον πήρε στην δούλεψή του. H κατάσταση μεταστράφηκε. Άρχισε να εργάζεται στο επιπλοποιείο του, με αποτέλεσμα οι ώρες εργασίας να μειωθούν, να έχει χρόνο για εκκλησιασμό, να πηγαίνει σχολείο, ενώ σύντομα η οικογένεια του τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Στην Πόλη κάθισε συνολικά 7 έτη και σε ηλικία 20 ετών την εγκατέλειψε, παρότι δεν ολοκλήρωσε την μόρφωση του, για να πάει στο Λιθί της Χίου να εργαστεί ως δάσκαλος.

Στη Χίο

Ήταν 20 ετών όταν έφτασε στη Χίο. Έχοντας πλέον γραμματική και θεολογική γνώση έλαβε τη θέση του δασκάλου. Στη Χίο έμεινε για άλλα 10 χρόνια, μέχρι το 1877. Εκεί αρχικά θα γνωρίσει τον μεγάλο ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη, ένα εύπορο τοπικό άρχοντα, ο οποίος εξαιτίας ενός περιστατικού που είχε συμβεί κατά την μεταφορά του Αγίου από την Σηλυβρία προς την Κωνσταντινούπολη (ένας ανιψιός του Χωρέμη τον βοήθησε να επιβιβαστεί στο πλοίο γιατί δεν είχε χρήματα), τον έθεσε υπό την προστασία του. Ο Άγιος Νεκτάριος όμως είχε αποφασίσει πλέον να εξέλθει της κοσμικής ζωής. Το 1876 έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος ενώ ένα χρόνο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα που έγινε γνωστός, Νεκτάριος. Ο Άγιος Νεκτάριος είχε κλίση προς το μοναχισμό, που επιθυμούσε πάνω από όλα και όχι τόσο στον κοσμικό βίο έστω και ως κληρικός. Οι πιέσεις όμως που του ασκήθηκαν λόγω των χαρισμάτων τού λόγου και της μορφώσεώς του, τελικά τον έστρεψαν προς τον κοσμικό κλήρο, αν και ποτέ δε λησμόνησε μέχρι τέλους της ζωής του τον μοναχισμό.

Ανώτερες θεολογικές σπουδές

Το 1877 ο Νεκτάριος μετά από παρότρυνση του Ιωάννη Χωρέμη πήγε στην Αθήνα για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές και ενώ τις ολοκλήρωσε, εστάλη, μέσω γνωριμίας που είχε με τον Πατριάρχη ΑλεξανδρείαςΣωφρόνιο, στην Αλεξάνδρεια. Ο Σωφρόνιος, τριετής ήδη στον πατριαρχικό θρόνο εντυπωσιάστηκε από τον Νεκτάριο και με βάση τις πολύ καλές συστάσεις που είχε, τον έστειλε στην Αθήνα ξανά, να φοιτήσει στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Νεκτάριος εκεί διέπρεψε, και μάλιστα, πρώτευσε στο διαγωνισμό σχολικής κοσμητείας στο «Παπαδάκειο κληροδότημα», με αποτέλεσμα να κερδίσει υποτροφία σπουδών στη θεολογική σχολή, κάτι που τον ανακούφισε πολύ, καθότι ο ευεργέτης του Ιωάννης Χωρέμης είχε φύγει από τη ζωή, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Αφού έλαβε το πτυχίο του (1885), πάλι ανεχώρησε προς την Αλεξάνδρεια.

Στην Αλεξάνδρεια

Στην Αλεξάνδρεια όλα έβαιναν καλώς για τον Νεκτάριο. Άμεσα, με την επιστροφή του, χειροτονείται Ιερέας και 5 μήνες αργότερα τοποθετείται γραμματέας του Πατριάρχη παίρνοντας το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εν συνεχεία μέσα σε δύο μήνες, πείθοντας για την ρητορική του ικανότητα, ανελίχθηκε σε ιεροκήρυκα ενώ έλαβε και θέση Πατριαρχικού επιτρόπου στο Κάιρο. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Νεκτάριος ανήλθε στην ιεραρχία του πατριαρχείου όντας ένας πολύ έμπιστος άνθρωπος στο πλευρό του Πατριάρχη. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 θα ανακηρυχτεί επίσκοπος ΠενταπόλεωςΛιβύης μετά από την κοίμηση του επισκόπου της περιοχής Νείλου. Το πρακτικό της χειροτονίας του διασώζεται μέχρι και σήμερα (Πρακτικό εκλογής κωδ. 66, σελ. 394).

Αυτή η ραγδαία άνοδος του Νεκταρίου, δεν πέρασε απαρατήρητη από τους υπολοίπους επισκόπους. Ο Σωφρόνιος πλησίαζε τα 90 χρόνια ζωής πλέον και η κούρσα της διαδοχής είχε ξεκινήσει. Ο λαός ο οποίος είχε ευεργετηθεί από το πολυποίκιλο έργο του Νεκταρίου (κυρίως φιλανθρωπικό αλλά και ποιμαντικό και αντιαιρετικό) επιθυμούσε την άνοδο του στον πατριαρχικό θρόνο και σε συνδυασμό με την εύνοια του Σωφρονίου καθίστατο η πρώτη επιλογή. Οι αντίπαλοί του γνωρίζοντας όλα αυτά, αποφάσισαν να τον παραμερίσουν, κατηγορώντας τον, πως ήθελε να ανατρέψει το Σωφρόνιο από τον θρόνο, αλλά και με αόριστες κατηγορίες ηθικής φύσεως. Επίσης είχαν μαζί τους και μερίδα κληρικών, οι οποίοι πίστευαν ότι η τακτική που ακολουθούσε ο Νεκτάριος ως επίσκοπος, δηλαδή λιτότητας και πενίας της εκκλησίας, θα επηρέαζε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο χωρίς οικονομική δύναμη θα γινόταν έρμαιο των διαφόρων πολιτικών ή εθνικών πιέσεων.

Η δίωξη και η επιστροφή στην Αθήνα

Ο Σωφρόνιος που πληροφορήθηκε τις κατηγορίες, που ισχυρίζονταν ότι έπραξε το αγαπημένο του παιδί, πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών. Αποτέλεσμα ήταν η άμεση εντολή, για παύση της ιδιότητάς του. Κάτι που ήταν εκκλησιαστικά παράνομο, καθότι σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο έπρεπε να παρουσιαστεί ο Νεκτάριος ενώπιον συνόδου η οποία θα εξέταζε, μετά ακροάσεως του κατηγορουμένου, τις κατηγορίες. Ο Νεκτάριος δεν θέλησε να τραβήξει το σχοινί στα άκρα και ανεχώρησε από την Αλεξάνδρεια, εν αντιθέσει με τους αντιπάλους του, οι οποίοι θέλησαν την οικονομική και ηθική εξόντωση του. Πέραν δηλαδή του ότι φρόντισαν να σπιλώσουν το όνομα του στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εργαστεί οπουδήποτε, παρακρατούσαν και τους μισθούς του.

Ο Νεκτάριος βρέθηκε ενώπιον ακόμα μιας πολύ δύσκολης κατάστασης, όπως από μικρή ηλικία πολλές φορές είχε βρεθεί. Ο ίδιος ενοικίασε ένα μικρό δωμάτιο στα περίχωρα των Αθηνών, αλλά αδυνατούσε να πληρώσει το ενοίκιο, ενώ δεν είχε χρήματα να τραφεί. Η παράλληλη διαπόμπευσή του, ακόμα και σε κυβερνητικά κλιμάκια δυσχέραιναν την δυνατότητα εύρεσης εργασίας. Προσπαθούσε μέσω του Αρχιεπισκόπου Γερμανού να βρει μια θέση ιεροκήρυκα. Ο ίδιος παρά την συμπάθεια που έτρεφε προς το πρόσωπό του, αδυνατούσε λόγω πιέσεων από την σύνοδο να τον βοηθήσει. Έφτασε μέχρι τον υπουργό παιδείας και εκκλησιαστικών, που όμως του διεμήνυσε, ότι λόγω του νόμου (ο Νεκτάριος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα) αδυνατούσε.

Μετά από λίγο καιρό, τελικά ο Άγιος Νεκτάριος διορίστηκε ιεροκήρυκας χάρη στη βοήθεια ενός ανθρώπου ονόματι Μελά ο οποίος ήταν μέλος της κυβέρνησης και τον είχε γνωρίσει στην Αλεξάνδρεια. Μεσολαβώντας στο γραφείο του υπουργού διορίστηκε εν τέλει ιεροκήρυκας στη Χαλκίδα. Η φήμη όμως που τον ακολουθούσε ακόμα παρέμενε. Πέρασε δύσκολες στιγμές καθότι υπήρχε μεγάλη καχυποψία σε βάρος του, από τις κατηγορίες που τον ακολουθούσαν. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, άνθρωποι από την Αθήνα αλλά και ντόπιοι να τον αποδοκιμάζουν στις ομιλίες του, στιγματίζοντας τον.

Η αποκατάσταση της αλήθειας

Το 1891, δύο έτη μετά από τις κατηγορίες που του εξαγγέλθηκαν και την απομάκρυνσή του από την Αλεξάνδρεια, στην κυβέρνηση ακόμα γίνονταν προσπάθειες για την αποπομπή του από τη θέση που κατείχε. Τότε αποκαλύφθηκε πλήρως το σχέδιο κι η πλεκτάνη που είχε στηθεί σε βάρος του. Όλα ξεκίνησαν από την αποκάλυψη ότι δεν έπαιρνε τα χρήματα που του οφείλονταν και εργαζόταν αμισθί επί της εποχής της επισκοπείας του. Επίσης παρότι παρέμενε δικαιωματικά επίσκοπος Πενταπόλεως, αφού είχε παράνομα εκδιωχθεί δεν ελάμβανε χρήματα. Εν συνεχεία καθαρίστηκε το όνομά του από κάθε είδους ανάμιξη σε σκάνδαλο ηθικού χαρακτήρος και από παντός είδους ραδιούργες προσπάθειες σε βάρος του πατριάρχη. Αυτό, ειδικά μετά την σκληρή συμπεριφορά του ποιμνίου, τον έκανε συμπαθή ενώπιον του λαού στη Χαλκίδα. Άρχισε τότε με περισσή άνεση να κηρύττει. Γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε μακρύτερα από την Χαλκίδα, ενώ ο λαός έδειξε μεγάλη συμπάθεια στο πρόσωπό του, όταν χήρεψε η θέση του τοπικού επισκόπου, σχεδόν απαιτώντας την άνοδό του στο θρόνο.

Η Ριζάρειος σχολή

Το 1892 και 1893 διορίστηκε ιεροκήρυκας στο νομό Λακωνίας και Φθιωτοβοιωτίας αντίστοιχα. Ο Νεκτάριος πραγματοποιούσε διαρκώς περιοδείες σε χωριά και πόλεις κηρύττοντας, την ώρα που φίλοι του προσπαθούσαν να τον μεταθέσουν στη Ριζάρειο σχολή Αθηνών. Όταν έγινε αντιληπτό άρχισαν πάλι κάποιοι ψίθυροι, οι οποίοι τελικά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον Νεκτάριο από το να γίνει διευθυντής της Αθηναϊκής θεολογικής σχολής της εποχής, που επί των ημερών του γνώρισε μεγάλη αίγλη.

Την Άνοιξη του 1894 διορίστηκε ως διευθυντής της σχολής. Οι αμφιβολίες που υπήρχαν πλέον περί του Νεκταρίου δεν ήταν τόσο για τις κατηγορίες του παρελθόντος, χωρίς όμως και να εκλείψουν, αλλά κατά πόσον αυτός ο λεγόμενος και «δεσποτοκαλόγερος», θα ήταν δυνατόν με τις παλαιές και θρησκευτικές αντιλήψεις του, να μπορέσει να πετύχει στο έργο που του ανατέθηκε, καθώς η Ριζάρειος σχολή ήταν μεν θεολογική σχολή, ήταν δε σχολή που φοιτούσαν και πολλά παιδιά ευκατάστατων Αθηναίων και άλλων αρχόντων και πολιτικών της εποχής, που δεν θα γίνονταν απαραίτητα ιερείς ή θεολόγοι, αλλά επιστήμονες. Σύντομα όμως κάμφθηκαν όλες οι αντιρρήσεις από το ρηξικέλευθο τρόπο διαπαιδαγώγησης του Νεκταρίου.

Το έργο του στη Ριζάρειο

Το έργο του στη Ριζάρειο ήταν οργανωτικό, εκπαιδευτικό, συγγραφικό και παιδαγωγικό. Σύντομα οργάνωσε την σχολή με πρότυπα τα οποία αφορούσαν τον εκκλησιαστικό ορθόδοξο τρόπο σκέψης. Όμως αυτό στο οποίο ήταν αξεπέραστος ήταν η παιδαγωγική του σκέψη. Κάποτε όταν μαθητές της Ριζαρείου ήρθαν στα χέρια, ο ίδιος αντί να τους τιμωρήσει, αυτοτιμωρήθηκε, θεωρώντας εαυτόν υπαίτιο, με ασιτία 3 ημερών. Σύντομα το παράδειγμα του έγινε ανάμεσα στους τροφίμους δείκτης και η σχολή επί των ημερών του απέκτησε μεγάλη αίγλη. Άλλοτε βρέθηκε ξυπόλητος ενώπιον των μαθητών να αγορεύει, διότι εισερχόμενος στην αίθουσα είδε ένα φτωχό ο οποίος τον παρακάλεσε, αν μπορούσε να τον βοηθήσει ώστε να αποκτήσει παπούτσια, καθότι δεν είχε. Ο Νεκτάριος αμέσως έβγαλε τα δικά του και τα παρέδωσε προς κατάπληξη των πάντων. Άλλοτε σε μια διαμάχη μεταξύ των επιστατών για το ποιος ήταν υπεύθυνος καθαριότητας των αποχωρητηρίων, ο ίδιος έλυσε τη διαφορά τους, καθαρίζοντάς τες. Τέτοια και άλλα πλείστα παραδείγματα τον ανέδειξαν και σύντομα τον έκαναν στην τότε μικρή Αθήνα ακουστό και κοσμαγάπητο.

Την ίδια εποχή επιδόθηκε σε μεγάλο συγγραφικό έργο. Πολλά έργα τα διέθεσε στο λαό και τους θεολόγους δωρεάν, επειδή αδυνατούσαν να τα αγοράσουν, λόγω της φτώχειας. Χωρίς κανένα κέρδος, με γνώμονα μόνο την ψυχική ωφέλεια, πένητας από μικρός, ασκητής και ολιγαρκής, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την αυτοπροβολή και το κέρδος. Όταν τον κατηγορούσαν ουδέποτε αντιδικούσε, παρέμενε πράος και έλεγε πάντα πως ο Θεός θα δικαιώσει το δίκαιο και την αλήθεια. Ταπεινός, μοναχικός και παρόλα αυτά προσηνής, ο ήδη σεβάσμιος γέροντας Νεκτάριος έγινε παράδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς και αγάπης στους πονεμένους συνανθρώπους του στις δύσκολες εποχές που διένυαν. Η ταπεινοφροσύνη και το αίσθημα ευθύνης που τον διακατείχε για το έργο που επιτελούσε, καταδείχθηκε την εποχή που πέθανε ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, όταν του ζητήθηκε να τον διαδεχθεί και ο ίδιος αρνήθηκε.

Η φτώχεια την εποχή που διετέλεσε ο Νεκτάριος διευθυντής της Ριζαρείου ήταν κανόνας και ταυτόχρονα το ηθικό των Ελλήνων, ειδικά μετά την αποτυχία, το 1897 με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, βρισκόταν στο ναδίρ. Ο ίδιος όμως με την ελεημοσύνη ως όπλο και το λόγο του ευαγγελίου τόνωνε την τότε αθηναϊκή κοινωνία, η οποία προσέτρεχε συχνά στα κηρύγματά του για να πάρει την συμβουλή του. Ο ίδιος διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής 14 συναπτά έτη ως και το 1908, οπότε και για λόγους υγείας εγκατέλειψε τη θέση του.

Στην Αίγινα

Στην Αίγινα ο Άγιος Νεκτάριος εγκαταστάθηκε το 1908, η ιστορία όμως της εγκατάστασης του πηγαίνει αρκετά νωρίτερα στο χρόνο. Ο Νεκτάριος ποτέ στη ζωή του, δεν απέβαλε την έντονη επιθυμία του για το μοναχικό βίο. Αυτή η επιθυμία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο κατά την επίσκεψη του στο Άγιο Όρος και την σύνδεσή του με το γέροντα Δανιήλ το 1898. Έκτοτε έψαχνε ένα τόπο να στεγάσει ένα μοναστήρι για το τέλος της ζωής του, ένα «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα», όπως έλεγε. Πιο έντονη και ίσως επιτακτική έγινε αυτή η ανάγκη, όταν 4 γυναίκες που ήσαν μόνες και συνδέονταν μαζί του, με σχέση πνευματικής καθοδήγησης, θέλησαν να μονάσουν υπό την εποπτεία του. Έτσι τελικά βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην Αίγινα στη θέση Ξάντος στο οποίο και αποφάσισε να στεγάσει τις 4 μοναχές και άλλες 3 που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το 1904 υπό την καθοδήγησή του, παρότι αυτός ακόμα βρισκόταν στην Ριζάρειο σχολή.

Η εμφάνισή του στην Αίγινα όμως συνδυάστηκε από δύο γεγονότα, με αποτέλεσμα να γίνει άμεσα λαοφιλής. Ο Νεκτάριος αρχικά θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο κάτι που γρήγορα μαθεύτηκε. Οι χωρικοί τότε τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό να βρέξει, διότι είχε 3 χρόνια να βρέξει στο νησί με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί εκτεταμένη ανομβρία και οικονομική ζημία. Ο ίδιος με σύσσωμη παρουσία των νησιωτών, λειτούργησε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Αυτά, εκλήφθηκαν ως θεϊκά σημάδια από τους Αιγινίτες, με αποτέλεσμα να θεωρούν Άγιο τον Νεκτάριο, ακόμα και εν ζωή.

Το 1908 παραιτήθηκε από σχολή για λόγους υγείας αλλά και γήρατος και αφοσιώθηκε στο μοναστήρι. Η χάρη του και η φήμη διαρκώς μεγάλωνε με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος δωρεών να κατευθύνεται στο μοναστήρι και μέσα σε 4 χρόνια επιτεύχθηκε να μεγαλώσει τόσο, ώστε να χωράει 15 μοναχές. Τα χρήματα κατευθύνονταν κυρίως στους φτωχούς του νησιού. Μεγάλο μέρος λαού και πιστών κατευθυνόταν προς το μοναστήρι, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, για να δει ή να πάρει την ευχή του ήδη ξακουστού Νεκταρίου, κάτι που βοηθούσε και τους νησιώτες να ανασάνουν οικονομικά.

Το έργο του στην Αίγινα

Παρότι ήταν μεγάλος σε ηλικία όταν αποσύρθηκε στην Αίγινα, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται είτε πνευματικά, υπέρ της εκκλησίας, είτε και χειρωνακτικά για την διεύρυνση του μοναστηριού. Το έργο πλέον είχε χαρακτήρα ποιμαντικό, λειτουργικό, λατρευτικό, εξομολογητικό, παρηγορητικό. Στάθηκε στους ανθρώπους του νησιού σαν αδελφός, βοηθός, συμπαραστάτης, οδηγός και συνοδοιπόρος της ζωής. Τα χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του, έμελλε να είναι πολύ ταραγμένα. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους που έφεραν ηθική ανάταση και κάποια ευφορία οικονομική και πνευματική, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήρθε να σκιάσει την Ελλάδα. Φτώχεια, ανέχεια και όλα τα συνεπακόλουθα ενός βασανισμένου τόπου και λαού μαζί με τα σύνδρομα του φόβου και των στερήσεων εμφανίζονταν απειλητικά σε αυτά τα ταραγμένα πολιτικά χρόνια για την Ελλάδα. Ο ίδιος όμως πάντα βοηθός, παρηγορητής, γνωρίζοντας από μικρός τις δυσκολίες του κόσμου κήρυττε την ελπίδα και το Θεό για ένα καλύτερο μέλλον, που πάντα όπως έλεγε στεκόταν κραταιός δίπλα στον πιστό λαό. Γι’ αυτό και ο Άγιος Νεκτάριος για τους Αιγινίτες υπήρξε κάτι παραπάνω από ένας μοναχός που εγκαταστάθηκε στο νησί τους.

Η ποιμαντική αγωγή του ποιμνίου, μακρύτερα από τα στενά όρια του νησιού, ήταν πάντα μέλημά του, έτσι συνέχισε το συγγραφικό του έργο, που πλέον αναγνωριζόταν τόσο από τον τύπο της εποχής για την επιστημονική εγκυρότητά του, όσο και από μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της εποχής. Επίσης διέθετε περισσότερο χρόνο για προσευχή κάτι που αγαπούσε, ιδιαίτερα προς την Παναγία, που θεωρούσε μητέρα του, όπως έλεγε. Ποτέ παρά τον κλονισμό της υγείας του δεν έπαψε όμως να προσφέρει ακόμα και χειρωνακτικά. Μάλιστα συνεισέφερε στην ανέγερση νέων κοιτώνων της μονής, στη διάνοιξη δρόμων προς το μοναστήρι, ασχολείτο με την κηπουρική και άλλες χειρωνακτικές εργασίες που πάντα τις θεωρούσε τιμή. Πάντα ανέφερε πως καμία εργασία δεν είναι ντροπή, αντιθέτως είναι ευλογία Θεού.

Οι δυσκολίες και οι πίκρες ποτέ δεν έλειψαν. Παρότι είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την επαναλειτουργία της μονής, ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος αρνείτο να αναγνωρίσει την μονή, παρά την αρχική συγκατάθεσή του. Το πρόβλημα αυτό μεγάλωνε, διότι η μονή δεν αποκτούσε νομική προσωπικότητα με αποτέλεσμα να αδυνατεί να κρατήσει τις κληρονομιές και όποια άλλα οικονομικά ωφελήματα είχε από πιστούς με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει το φιλανθρωπικό έργο. Κάποιοι δηλαδή, άφηναν κληρονομιές υπέρ του μοναστηριού, που το μοναστήρι αδυνατούσε να αποδεχτεί λόγω της νομικής ανυπαρξίας του. Ο Μητροπολίτης δε, είχε δυσαρεστηθεί από την τροπή που έλαβε η εξέλιξη του μοναστηριού, με αποτέλεσμα να είναι ανένδοτος. Ο Νεκτάριος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τον μεταπείσει, όμως μέχρι τέλους της ζωής του, δεν είδε το αίτημά του να πραγματοποιείται.

Τα τελευταία χρόνια

Ο Νεκτάριος αρχικά αφού τελείωσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και ο Θεόκλητος αποπέμφθηκε λόγω του αναθέματος στον Βενιζέλο μαζί με τους υπολοίπους επισκόπους, πίστεψε πως τα πράγματα ίσως εξομαλυνθούν. Η αρχική αισιοδοξία όμως διεκόπη όταν 1918 κατηγορήθηκε από μητέρα μοναχής για ανηθικότητα. Γρήγορα όμως εξετάσεις και έρευνες του εισαγγελέα Αθηνών κατέδειξαν το ψεύδος της μητέρας της κόρης, η οποία οικειοθελώς είχε προσχωρήσει στο μοναστήρι. Εξ αιτίας αυτού του λόγου, αλλά και κληρικών οι οποίοι στο νησί τον φθονούσαν, πιστεύοντας ότι τους παίρνει όλη την «πελατεία» και τον κατηγορούσαν πισώπλατα, ουσιαστικά δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του, την αναγνώριση του Μοναστηριού. Πάντα όμως πιστός στο Ευαγγέλιο, το παράδειγμα του Χριστού, τα γραφέντα του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, πίστευε απόλυτα στη δικαιοσύνη του Θεού. Ήταν πράος, ήρεμος, υπομονετικός σε όλες αυτές τις κατηγορίες και εξευτελισμούς που κατά καιρούς τον υπέβαλαν.

Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η χρόνια ασθένεια του προστάτη, μαζί με τα περασμένα χρόνια της ηλικίας του και κακοπάθειες της ζωής τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμα και τότε είχε σχέδια. Ήθελε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο. Τελικά δεν πρόλαβε. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη. Στις 8 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος πέθανε. Το δωμάτιο στο οποίο πέθανε, έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στο δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, που κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται στην κλινική.

Θαύματα μετά θάνατον

Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα όμως που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κωστής Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς, νησιώτες είναι πραγματικά αξιοπερίεργα και εξηγούν τη σημερινή λαοφιλία. Όπως λέγεται στο διπλανό κρεβάτι που νοσηλευόταν ο Άγιος νοσηλευόταν και ένας παραπληγικός, ο οποίος αδυνατούσε να περπατήσει. Τότε ακουμπώντας την φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου πάνω του, θεραπεύτηκε. Κατά τη μεταφορά του λέγεται ότι δεν είχε βάρος, ενώ το μέτωπό του ανάβλυζε μύρο. Το μεγαλύτερο όμως μυστήριο είναι ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμεινε αναλλοίωτο για περισσότερο από 30 χρόνια. Η φήμη αυτή μάλιστα έδωσε ελπίδα στο λαό, ειδικά σε μια περίοδο όπου το Ελληνικό όνειρο της Πόλης έγινε συντρίμμια με τη πυρπόληση της Σμύρνης. Το λείψανό του πρώτη φορά εξετάφη 3 έτη μετά την κοίμησή του και αυτό που συνέβη κλόνισε από άκρη σε άκρη την Ελλάδα.

 

Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου

(Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου: Ο άγιος του αιώνα μας -Ο όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς- Αφηγηματική Βιογραφία. Έκδοσις Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης. Δεύτερη Έκδοση- Διορθωμένη. Σελ. 269-274)

Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ’ έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα. Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυο καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μια από τις δυο καλόγρηες, έφυγε. Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ’ ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση. “Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ’ αντέξει στο μαχαίρι;” Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη. “Τι θ’ απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;” συνέχισε ο άντρας. “Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν’ απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές.” “Ω αδελφή Ευφημία, σ’ αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο…” Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι. Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος. Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι. Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται. Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε. “Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος.” ” Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;” πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του. Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων. Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε. “Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, πού είναι ο κύριος Σακκόπουλος;… Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο… Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε… Θεέ και Κύριε ! … Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του. “Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;” Για δες, ήταν στ’ αλήθεια όρθιος, περπατούσε ! Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε… Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν. Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει… δεσπότης! Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία. Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείιων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Το βαποράκι της γραμμής η “Πτερωτή”, θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς – λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή. Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο. Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν… Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε… Θεέ και Κύριε ! Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά – σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος. “Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο”, φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα. Το βαποράκι της γραμμής η “Πτερωτή” έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία “μετζάστρα” στο πλωριό κατάρτι. Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά. Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη. Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια. Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν. “Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ’ απογίνουμε τώρα που μας άφισες ορφανές και μόνες;” Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι. Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι. Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε. Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο – θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος. Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ’ όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί. “Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο”, φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν’ αλλάξουν βάρδια. Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν. Σ’ όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής. Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα – μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε: “Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ’ αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο”. Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία! Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε. “Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει”. Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια. ” Σεβασμιώτατε”, ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι. “Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;” τη ρώτησε επιτιμητικά. ” Μοσκομυρίζει σεβασ μιώτατε”, ψιθύρισε. “Τι μυρίζει;” “Λιβάνι και αλόη.” “Τότε μη φοβείσαι και διά το λείψανον.” Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας – μύρο. Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι,άκουσε την παράδοξη φωνή : “άφισε τόπο για ένα τάφο”. Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του. Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.

 

 

ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

Agios Aristidis

Ήταν Αθηναίος ευπατρίδης, φιλόσοφος εξ ενδόξου αθηναϊκού γένους, και έζησε κατά τον Β' μετά Χριστόν αιώνα επί αυτοκρατορίας Αδριανού. Ό Ιερώνυμος έγραψε εγκωμίων εξυψών αυτόν ως Ισαπόστολον. Εμυήθη την ευσέβειαν  εις Χριστόν, παρά του Αγίου Διονυσίου και του Αγίου Ιεροθέου. Έγραψε εις τον Αδριανόν απολογία υπέρ των διωκομένων Χριστιανών στην οποία αναπτύσσει τη θεμελιώδη αλήθεια ότι οι χριστιανοί κατέχουν τη μόνη ορθή περί Θεού ιδέα και ότι μόνο ο Χριστιανισμός είναι η αληθής θρησκεία, ενώ οι βάρβαροι, οι Έλληνες και οι Ιουδαίοι πλανήθηκαν. Ταυτόχρονα ο απολογητής αποδεικνύει ότι οι χριστιανοί, κατέχοντες την αλήθεια όχι ως απλή θεωρία, αλλά ως πράξη, την εφαρμόζουν στη ζωή τους. Εδιώχθη και επειδή έλειπε ο Αδριανός μετέβη εις την Ρώμη και απολογηθεί. Κατόπιν μεταφέρθει εις Αθήνας όπου μαρτύρησε, κρεμασθείς εις την κοίλην της αγοράς των Αθηνών, την 13ήν Σεπτεμβρίου του 120 μ.Χ. κατά το πάλαιαν συναξάριον το όποιον μεταφράσθει εις τα λατινικά παρά του Ιερωνύμου.

Στον ιστορικό λόφο του Λυκαβηττού σ’ ένα κατανυκτικό σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται πλησίον του Ιερού Ναού των Αγίων Ισιδώρων, αποτέλεσε το πνευματικό καταφύγιο για τον ένδοξο Αθηναίο Άγιο στις δύσκολες στιγμές του. Στο σπήλαιο αυτό ο επιφανής χριστιανός φιλόσοφος και απολογητής κατέφευγε για να προσευχηθεί στον Κύριο μας Ιησού Χριστό και έφευγε ενισχυμένος και ανανεωμένος με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

                                                                                                                                               Εκ του διαδικτύου
                                                                                                                                               Επιμέλεια κειμένου
                                                                                                                                              π. Χαράλαμπος Βαρβαγιάννης